Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μάλλον σπάνιο χάρισμα, η αφηγηματική της δεινότητα είναι τέτοια που φτιάχνει βιβλία που μπορούν να διαβαστούν κυριολεκτικά από όλους, και από εκείνους τους αναγνώστες που αναζητούν τη συγκίνηση και την πλοκή, και από αυτούς που θέλουν δεύτερο και τρίτο επίπεδο, βάθος. Είναι λίγες οι αντίστοιχες περιπτώσεις συγγραφέων- Ελλήνων και ξένων- που μπορούν να αποτελέσουν σκαλοπάτι για τον ανυποψίαστο αναγνώστη, να τον περάσουν στην αντίπερα όχθη των υποψιασμένων.

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2019 09:47

500 λέξεις με την Ελένη Πριόβολου

Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Αιτωλίας και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Από το 1986 έχει γράψει 21 βιβλία για παιδιά και εφήβους, επτά μυθιστορήματα για μεγάλους, μία νουβέλα και ένα βιβλίο με ιστορίες. Το καινούργιο της μυθιστόρημα «Στη ζωή νωρίς νυχτώνει» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο Αιτωλίας και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί μέχρι σήμερα. Έχει καταθέσει είκοσι ένα βιβλία για παιδιά και εφήβους, επτά μυθιστορήματα για μεγάλους, μία νουβέλα και ένα βιβλίο με ιστορίες. Το 2010 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών του ΕΚΕΒΙ για το μυθιστόρημά της Όπως ήθελα να ζήσω (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009). Επίσης, έχει αποσπάσει το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Μεγάλα Παιδιά του περιοδικού Διαβάζω για το βιβλίο της Το σύνθημα (Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2008). Αφορμή για τη συζήτησή μας αυτή στάθηκε το τελευταίο της μυθιστόρημα, Στη ζωή νωρίς νυχτώνει (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019), το οποίο παρουσιάζεται τη Δευτέρα 6 Μαΐου, στις 8 το βράδυ, στο Polis Art Café.

Παρασκευή, 03 Μαΐου 2019 10:54

«Διαβάζοντας» την Ιστορία

Η Ελένη Πριοβόλου είναι από τους συγγραφείς μας εκείνους που ιδιαίτερα τους απασχολεί το πως η σύγχρονη ιστορία – του 19ου και του 20ου αιώνα- μπορεί να αποτελέσει το βασικό υλικό δημιουργίας ένας μυθιστορηματικού σύμπαντος.

«Έφυγε η ζωή και ούτε που γύρισε το βλέμμα»

Οκτάβιο Παζ «Επαναλήψεις»

 

Γνώρισα αργά τη γραφή της Ελένης Πριοβόλου. Μόλις το 2010 με το μυθιστόρημα της «Όπως ήθελα να ζήσω» και με τράβηξε δίπλα της ως φανατική αναγνώστρια της.

Στο βραβευμένο ιστορικό μυθιστόρημα «Οι Δρούζοι του Βελιγραδίου» πρωταγωνιστεί ένας άτυχος χριστιανός αυγοπώλης από τη Βηρυτό. Ο Λιβανέζος Ραμπίε Τζάμπιρ είναι ένας μαγευτικός εκπρόσωπος της σύγχρονης αραβόφωνης λογοτεχνίας.

Από τον Σπύρο Σαμοίλη
Συγγραφέα.

Η Αιτωλή συγγραφέας- άτομο κοινωνικής προσφοράς- με κατασταλαγμένες από βιώματα ιδέες- στα βιβλία της οραματίζεται έναν δίκαιο κόσμο τον οποίο προσδοκά με πάθος. Παρόλα αυτά, η πνευματική της ανεξαρτησία της επιτρέπει να εκτιμά όλες της οπτικές της ζωής και τις εκφράσεις της λογοτεχνίας.

Το πρώτο βιβλίο της που διάβασα, είναι το «Μετά φόβου». Με συνεπήρε. Από τα σημαντικότερα βιβλία της Ελληνικής γραμματείας. Η ιστορία των πρόσφατων αιματηρών διχασμών της χώρας μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις και τον έρωτα. Αργότερα την νουβέλα «Καραμέλα». Ευρηματικό και πρωτότυπο έργο άλλης γραφής.

Η Ελένη Πριοβόλου έχει ένα μοναδικό τρόπο να εγκιβωτίζει το θέμα της μέσα στον ιστορικό χρόνο. Τόσο στο “Μετά φόβου” όσο και στο, “Στη ζωή νωρίς νυχτώνει” δύσκολα κανείς ξεχωρίζει αν είναι κείμενα ιστορίας ή λογοτεχνίας. Εδώ, σε μια αγαστή συνέργεια, το ένα είδος συνυπάρχει μέσα στο άλλο. Η λογοτεχνία υπομνηματίζει την ιστορία και η ιστορία με τη σειρά της τη λογοτεχνία. Σε αυτήν την αλληλεπίδραση η συγγραφέας με μεγάλη δεξιοτεχνία απελευθερώνει τα συναισθήματα που παράγουν τα ιστορικά γεγονότα, προβάλλοντάς τα στο εσωτερικό κόσμο των ηρωίδων της. Με αυτόν τον τρόπο δεν νοηματοδοτεί τα γεγονότα, αλλά αφήνει τον αναγνώστη να τους προσδώσει το δικό του νόημα.

Δεν είναι ένα εύκολο βιβλίο, όπως μπορεί να φανεί σε μια πρώτη ανάγνωση και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Το “Στη ζωή νωρίς νυχτώνει”, είναι στην ουσία ένα ψυχογράφημα μιας γενιάς που πάλεψε , πλανήθηκε, παραπλανήθηκε και στο τέλος, εκεί που το πουλί της σοφίας πετά μόνο νύχτα, αναλογίζεται. Η πορεία ζωής της Άρια και της Όριαν θα μπορούσαν να παρομοιαστούν με την χαϊντεριανή διαδρομή του Είναι, που σε κάθε φάση της ζωής, αποκτά ένα διαφορετικό νόημα, για να προσεγγίσει λίγο πριν το τέλος την αυτοσυνειδησία του.

Πολύ καλό..

Κώστας Μανδηλάς.

Η Ελένη Πριοβόλου-μια από τις δικαίως πιο αγαπημένες συγγραφείς της ελληνικής πεζογραφίας των καιρών μας-,προσθέτει ένα ακόμα ωραίο πολυφωνικό μυθιστόρημα στο ενεργητικό της,την τρυφερή, γλυκόπικρη, γοητευτική,ξεκάθαρη και τολμηρή στα κοινωνικά της μηνύματα -και γι΄ αυτό εξόχως έντιμη ως προς το γενικό πολιτικό της υπόβαθρο-, ιστορία δυο κοριτσιών που πρώτη φορά συναντιούνται στην ταραγμένη δεκαετία του '60,χωρίζουν με βίαιο τρόπο, χάνονται, τραβά καθεμία τον δικό της δρόμο και ξαναβρίσκονται κάτω από περίεργες και εύθραυστες συνθήκες το 2015.Είναι η ιστορία της Άριας και της Οριάν,που ξετυλίγεται σε μια αφήγηση εξαιρετικά καλά δομημένη, φέρει τον τίτλο "Στη Ζωή Νωρίς Νυχτώνει" και αρχίζει το καλοκαίρι του 1963,όταν και οι δυο αυτές κοπέλες με τις τόσο διαφορετικές οικογενειακές και ταξικές καταβολές κάνουν τα πρώτα τους σωστά αλλά συχνά και παρορμητικά βήματα προς την κατάκτηση της πολυπόθητης προσωπικής ελευθερίας, ενώ γύρω τους ολόκληρη η Ευρώπη,λίγα μόλις χρόνια μετά τον ολέθριο Β'Π.Π.,αλλάζει δραματικά και γρήγορα.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

«Την ξυπνάει το γουργούρισμα της δεκοχτούρας. Η Οριάν ανοίγει τα μάτια. Τη νύχτα δεν κλείνει τα παραθυρόφυλλά της, για να αντιληφθεί το ξημέρωμα. Η αφή του αυγινού φωτός την εγείρει. Είναι η ώρα που κατεβαίνει στην παραλία. Δεν κολυμπάει. Πάνε χρόνια τώρα που δεν βάζει το σώμα της στο θαλασσινό νερό. Έχει αλλάξει η σχέση της με τη θάλασσα. Απλώς αφήνει τα πόδια της στο χάδι του φλοίσβου και αμπώχνει την άμπωτη της μνήμης να ανταμωθεί με τις ακτές της Βηρυτού. Σηκώνεται από το κρεβάτι και ντύνεται γοργά. Παίρνει μαζί της ζεστό καφέ στο θερμός. Ετοιμάζει το τουμπεκί του μικρού της ναργιλέ και κατηφορίζει προς τη θάλασσα. Θα αγοράσει από το φούρνο ένα ζεστό κουλούρι με ταχίνι. Όπως κάθε μέρα. Σκέφτεται πως την ενοχλεί η μεγάλη λεωφόρος που διασχίζει μέχρι να βρεθεί στην ακτή, με τόσα φανάρια και αυτοκίνητα, που δεν σταματούν να τρέχουν καθ’ όλο το εικοσιτετράωρο. Η λεωφόρος κόβει την επαφή της με το υγρό στοιχείο. Μα, πάλι, πρέπει να νιώθει χαρούμενη που ζει τόσο κοντά στο νερό. Ο φίλος της, ο μαύρος κορμοράνος, την περιμένει εκεί….».

Σελίδα 1 από 7